Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

η γεννα



Πέντε λεπτά μετά τον θάνατο
Απαρνήθηκα της κοινωνία σας
Και αυτή απαρνήθηκε εμένα

Πέντε λεπτά μετά τον θάνατο
Με βρήκα στο πάτωμα πεσμένο
Με όλα τα προσωπεία μου σπασμένα

Πέντε λεπτά μετά τον θάνατο
Πέταξα το όνομα μου
Και με βάφτισα κανένα

Πέντε λεπτά μετά τον θάνατο
Ανασάναν τα παιδιά μου
Πέντε λεπτά μετά τον θάνατο

Επήλθε η γέννα

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

dixws anasa



Όταν οι κλειδαρότρυπες κατηγορήθηκαν από τα κλειδιά για μοιχεία και τα αντικλείδια τις παράτησαν και δεν ξαναφάνηκαν ποτέ, ανακοίνωσαν απεργία πείνας επ’ αόριστον. Και οι πόρτες έμειναν κλειστές. Και οπού δεν υπήρχαν παράθυρα τα δωμάτια πέθαναν από ασφυξία.

εγω



Εγώ.

Κοίτα κατάματα. Το σκοτάδι
Κάλυψε το πρόσωπο
Έκρυψε
Το λάθος. Μην κοιτάς,
Δεν είμαι εγώ.

Τα χέρια που δημιουργούν
Χωρίς να καταστρέφουν
Και που καταστρέφουν χωρίς να
Δημιουργούν
Μην ακουμπάς,
Δεν είναι δικά μου,
Δεν είμαι εγώ.

Την φωνή που δεν σπάει το γυαλί
Και που δεν κόβει
Που δεν είναι κραυγή με αιτία
Για σένα
Για μας
Για όλους
Μην ακολουθήσεις,
Δεν είναι δική μου,
Δεν είμαι εγώ.

Και το ποίημα που δεν
Έχει γεύση από αίμα
Μην το τελειώσεις,
Δεν είναι δικό μου,
Δεν είμαι εγώ.

Το μυαλό που έφτασε στα όρια
Και δεν έσπασε τα όρια
Και δεν είναι εκρηκτικός μηχανισμός
Και δεν είναι ικανός για το μετά,
Δεν είναι φωτιά ˙
Μην το ακούς,
Δεν είμαι εγώ.

Και την αγάπη που
Δεν θυμίζει νύχτες από πόλεμο
Που δεν θυμίζει επιζώντες
Που δεν θυμίζει αγωνιστές
Μην αγαπήσεις,
Δεν είναι δική μου,
Δεν είμαι εγώ.

Κοίτα κατάματα τις άσπρες πέτρες στην έρημο
Τα βιβλία
Το γρασίδι
Τους σβόλους χώμα
Την σκόνη.
Τους τάφους δίχως σταυρό.
Το πλήθος που τρέχει, το πλήθος που μένει.

Κάπου ‘κει
Είμαι εγώ.
Στα σύννεφα καπνών.
Κάπου ‘κει
Είμαι εγώ.
Το 30/900
Κάπου ‘κει
Είμαι εγώ.

Το ρολόι πέντε λεπτά μετά το τέλος
Σε κάποια γωνιά πριν το τέλος,
Πριν την αρχή.
Κάπου ‘κει
Είμαι εγώ.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

άκρο



Ήταν λεπτό το χρώμα
Εκείνο στις πόλεις που φλέγονται
Που πνίγονται στον καπνό των τσιγάρων
Του κράτους
       Της νύχτας
                Του πολέμου
                Αυτό που χάνεται
          Χάθηκε .
Η αγάπη απήχθει από τα μαιευτήρια.
Και τα μαιευτήρια κάηκαν.
Το καλοκαίρι ήταν κοντό φέτος
Δεν έφτανε στα πάνω παράθυρα
Το ποίημα πέθανε
Ήταν που το παν άκρο βλέπεις .

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

arxh

Την ώρα του χαμού
Του χαμού, που χάνονται όλα
Σαν να μην τα σκέφτηκε ποτέ ο νους
Σαν να μην τα αγάπησε ποτέ η καρδιά
Την ώρα που χάνονται όλα στους δρόμους
Στέκομαι εγώ

Εγώ.
Το πλήθος με χτυπά στα μάτια
Με σουβλίζει,
Αιματώματα οικογενειακά,
Κραυγή νούμερο εννέα:
Οικογενειακών υποθέσεων
Χτυπήματα πυγμάχου, επανωτά
Σαν τα χειρότερα λόγια
Σαν φρεσκοξυρισμένοι νέο-ναζι στην πλατεία
Και εγώ εκεί
Δέχομαι
Δεν αντιστέκομαι στο δώρο
Αφού δεν θα με φτάσετε, όσους κι αν έχετε δίπλα
Δεν έχω να χάσω σε σας τίποτα
Δεν αμύνομαι.

Ο θόρυβος των κτύπων,
Το αιώνιο ρολόι των βασανισμένων,
Της καμένης σάρκας
Της καμένης γης
Των καμένων παιδιών
Αντηχεί σαν το χτύπημα στην πόρτα
Του άδειου σπιτιού
Των αιώνων.
Σαν τον χρόνο
Το κεφάλι
Εμένα
Το τίποτα στα όλα, τα όλα στο τίποτα

Τιποτένιος
Ο πιο πλήρης
Εγώ

Κραυγάζω γεμάτος από τα πάντα
Ο παντοτινός που φεύγει

Στέκομαι στο σταυροδρόμι μου
Και πάω παντού
Επιλεγώ όλους τους δρόμους
Από εγωισμό
Από τον φόβο, τον φόβο
Σαν το χριστό επάνω στον σταυρό που έσπασε
Σε τέσσερα δόρατα και γέννησε εχθρούς
Και έγινε αγκάθι
Αγκάθι στο πλευρό του ανθρώπου
Λεπίδα κάτω από το νύχι

Που επέλεξε την ενοχή για την αθωότητα να είναι σαν
Το διδακτικό ύφος των ποιητών που δουλεύουν ως ποιητές
Και χαίρονται
Όχι εγώ

Εγώ είμαι το σταυρός, το προδομένο σώμα
Η επιλογή
Η ενοχή
Των πάντων και του τίποτα
Της βροχής,
Των σκυλιών,
Των ανθρώπων
Η σκουριά στις σκάλες της φυλακής,
Του σπιτιού μου
Η σκουριά στα μάτια του φύλακα

Η ζέστη του πρώτου αίματος
Η ενοχή

Όχι εγώ
Το αιώνιο βουνό της άρνησης
Που ζει όρθια και όρθια πεθαίνει
Και φωνάζει ΟΧΙ την κάθε στιγμή
Και σε σκοτώνει με τα γυμνά της χέρια
Η ενοχή
Η κεφαλή
Η βελόνα
Το καρφί
Οι χαρακιές, οι χαρακιές
Το τέλος, το τέλος, το τέλος.

Τέλος

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

toy kk

Του κούκου ε

Κάλιο πέντε και στο χέρι
Και ας μην το μάθει και κανείς
Παρά δέκα και καρτέρι
Να μας κυνηγάει η πολίς
Και άντε τώρα τρέχα να κρυφτείς

Καλύτερα αγωνιστής
Επιρρεπής, προετοιμασμένος
Παθιασμένος και ασφαλείς
Να μην πάει, ξέρεις , ο αγώνας χαμένος
Γιατί άντε τώρα τρέχα να κρυφτείς

Γιατί συντρόφοι, ελάτε, ας πούμε την αλήθεια
Η λευτεριά μας είναι εδώ
Η σκλαβιά, τα αφεντικά, είναι μονάχα παραμύθια
Αλυσίδες πάντως, δεν μπορώ να δω
Άλλα μας έλεγε ο Μάρξ

Αφού συντρόφοι έχουμε να φάμε
Και ρούχα τρύπια δε φοράμε
Και τους γειτόνους αγαπάμε
Και προίκα έχει η βαγγελιο
Λέω να την παντρευτώ

Πια ομιλία, πια συνεδρία, πια βιβλία
Βάλτε κοστούμι κι ετοιμαστείτε για χορό
Και μαζικά, πάμε, πάμε, ΠΑΜΕ, πορεία προς την εκκλησία
Αφού ‘χει προίκα, την βαγγελιω θα παντρευτώ
Και την αγάπη μάγκες θα την συνηθίσω

Δεν έχουμε ανάγκη όπλα
Δεν είναι πολέμου κι ανατροπής αυτοί καιροί
Ω συντρόφοι! δεύτε μάθετε κόλπα!
Φαί, ποτό, χορός, φαί
Μα μην το μάθεις και κανείς

Γιατί μπορεί και να μας παρεξηγήσουν
Να πουν πως δεν είμαστε πολιτικά ορθοί
Και στην κεφαλή μας, για μας, να μιλήσουν, ωχ!
Από το κόμμα αδέλφια δεν θέλω διαγραφή
Αφού τόσους ριζοσπάστες έχω πάρει

Βρε παιδιά, παιδιά είμαστε και ’μεις
Άσε με σήμερα να αράξω, την αφεντιά μου
Και αύριο στον αγώνα, στητός εκεί
πάλι θα είμαι, σημαίες να κουνάω, θα το δεις
και ας μην το μάθει και κανείς

γιατί την άρχουσα τάξη δεν αγαπάμε
κάτω οι πάνω και πάνω κανείς
(ή μπορεί μόνο εμείς; Δεν θυμάμαι, για να είμαι ειλικρινείς)
μα τα γκλόμπς και η ματιές των ρουφιάνων πονάνε
και άντε τώρα τρέχα να κρυφτείς
μα μην νομίζεις, δεν φοβάμαι
έχω βρει εγώ τον τρόπο, στον εχθρό να αντισταθώ
μην νομίζεις, θέλει κόπο
να απεργείς, να ενεργείς, να προκαλείς
να είσαι αυθαδής, να μην μασείς
και συγχρόνως να παίρνεις και μισθό

και αν θέλεις το μυστικό
του αγώνα μου αυτού
θα σου πω ένα σοφό ρητό
του απλού, λαϊκού, λαού

Κάλιο πέντε και στο χέρι
Και ας μην το μάθει και κανείς
Παρά δέκα και καρτέρι
Σαν αναρχικός, αφεντικός, οραματιστής
Γιατί
Άντε τώρα τρέχα να κρυφτείς

CHILD

ΠΑΙΔΙΚΟ

Σαν χτες ήταν θυμάμαι
Εκείνην την στιγμή
Που ήρθε να ζωντανέψω
Όταν με βγάλανε απ’ το κουτί

Με ξοσκονίσαν και ντύσαν
Και μου έδωσαν φωνή
Νέα τότε ήμουν θυμάμαι
Λαμπερή και γελαστή

Με ραντίσαν με αρώματα
Και καπέλο μου φορέσαν
Με τονίσανε με χρώματα κι ονόματα
Από τα άκρα μου με δέσαν

Και με βαλαν να χορεύω
Πάνω σε μία σκηνή
Μια μαζευόμουν, μια πεταγόμουν
Σαν τραβάγαν το σχοινί

Και διηγούμουν ιστορίες
για πολιτείες και εκστρατείες
για μάχες και διμοιρίες
για πριντσέσες που περιμέναν φιλί

για πρίγκιπες χιλιάδες
παλικαράδες, χοντροπετσάδες
με άλογο στιβαρό και
ολόχρυσο σπαθί

που σκοτώνανε τους δράκους
τους κουρελάδες ανθρωπάκους
που ‘χαν ραβδιά και γαϊδαράκους
αφού αυτοί ήταν οι κακοί

και σώζαν τα κορίτσια
δάκρυα, χαρές, φωνές, καπρίτσια
και τους πηγαίνανε σε σπίτια
και νοικοκυραίοι γερνάγανε μαζί

και σηκωνόμουν και υποκλινόμουν
και «μπράβο! Μπράβο!»
μου φωνάζανε πολλοί

μα σαν τα φώτα χαμηλώνουν
και όλα τελειώνουν και απ' τις καρέκλες
οι κώλοι σηκώνουν, με αφήνουν μοναχή

και έτσι μόνη, μες στην σκόνη
τραγουδώ κι αναπολώ
της επόμενης κωμωδίας
να περιμένω το κωμικό κοινό

για να γελάσουν , να διασκεδάσουν
εισιτήρια να αγοράσουν
να κλάψουν, να  φωνάξουν
θεατές ολοκληρωμένοι

και σαν φύγουν ευτυχισμένοι,
χρόνια μετά, εγώ πεταμένη
γερασμένη, ραγισμένη, τσακισμένη
αγκαλιασμένη από τα χέρια των καιρών

θα καταλήξω σκονισμένη
ξεβαμμένη, κουρελιασμένη
στο κουτί μου πίσω κλεισμένη
με την ψυχή μου τον θεό να περιμένει

θα γελώ
σε κάποιον κάδο σκουπιδιών.