ΠΑΙΔΙΚΟ
Σαν χτες ήταν θυμάμαι
Εκείνην την στιγμή
Που ήρθε να ζωντανέψω
Όταν με βγάλανε απ’ το κουτί
Με ξοσκονίσαν και ντύσαν
Και μου έδωσαν φωνή
Νέα τότε ήμουν θυμάμαι
Λαμπερή και γελαστή
Με ραντίσαν με αρώματα
Και καπέλο μου φορέσαν
Με τονίσανε με χρώματα κι ονόματα
Από τα άκρα μου με δέσαν
Και με βαλαν να χορεύω
Πάνω σε μία σκηνή
Μια μαζευόμουν, μια πεταγόμουν
Σαν τραβάγαν το σχοινί
Και διηγούμουν ιστορίες
για πολιτείες και εκστρατείες
για μάχες και διμοιρίες
για πριντσέσες που περιμέναν φιλί
για πρίγκιπες χιλιάδες
παλικαράδες, χοντροπετσάδες
με άλογο στιβαρό και
ολόχρυσο σπαθί
που σκοτώνανε τους δράκους
τους κουρελάδες ανθρωπάκους
που ‘χαν ραβδιά και γαϊδαράκους
αφού αυτοί ήταν οι κακοί
και σώζαν τα κορίτσια
δάκρυα, χαρές, φωνές, καπρίτσια
και τους πηγαίνανε σε σπίτια
και νοικοκυραίοι γερνάγανε μαζί
και σηκωνόμουν και υποκλινόμουν
και «μπράβο! Μπράβο!»
μου φωνάζανε πολλοί
μα σαν τα φώτα χαμηλώνουν
και όλα τελειώνουν και απ' τις καρέκλες
οι κώλοι σηκώνουν, με αφήνουν μοναχή
και έτσι μόνη, μες στην σκόνη
τραγουδώ κι αναπολώ
της επόμενης κωμωδίας
να περιμένω το κωμικό κοινό
για να γελάσουν , να διασκεδάσουν
εισιτήρια να αγοράσουν
να κλάψουν, να φωνάξουν
θεατές ολοκληρωμένοι
και σαν φύγουν ευτυχισμένοι,
χρόνια μετά, εγώ πεταμένη
γερασμένη, ραγισμένη, τσακισμένη
αγκαλιασμένη από τα χέρια των καιρών
θα καταλήξω σκονισμένη
ξεβαμμένη, κουρελιασμένη
στο κουτί μου πίσω κλεισμένη
με την ψυχή μου τον θεό να περιμένει
θα γελώ
σε κάποιον κάδο σκουπιδιών.
Σαν χτες ήταν θυμάμαι
Εκείνην την στιγμή
Που ήρθε να ζωντανέψω
Όταν με βγάλανε απ’ το κουτί
Με ξοσκονίσαν και ντύσαν
Και μου έδωσαν φωνή
Νέα τότε ήμουν θυμάμαι
Λαμπερή και γελαστή
Με ραντίσαν με αρώματα
Και καπέλο μου φορέσαν
Με τονίσανε με χρώματα κι ονόματα
Από τα άκρα μου με δέσαν
Και με βαλαν να χορεύω
Πάνω σε μία σκηνή
Μια μαζευόμουν, μια πεταγόμουν
Σαν τραβάγαν το σχοινί
Και διηγούμουν ιστορίες
για πολιτείες και εκστρατείες
για μάχες και διμοιρίες
για πριντσέσες που περιμέναν φιλί
για πρίγκιπες χιλιάδες
παλικαράδες, χοντροπετσάδες
με άλογο στιβαρό και
ολόχρυσο σπαθί
που σκοτώνανε τους δράκους
τους κουρελάδες ανθρωπάκους
που ‘χαν ραβδιά και γαϊδαράκους
αφού αυτοί ήταν οι κακοί
και σώζαν τα κορίτσια
δάκρυα, χαρές, φωνές, καπρίτσια
και τους πηγαίνανε σε σπίτια
και νοικοκυραίοι γερνάγανε μαζί
και σηκωνόμουν και υποκλινόμουν
και «μπράβο! Μπράβο!»
μου φωνάζανε πολλοί
μα σαν τα φώτα χαμηλώνουν
και όλα τελειώνουν και απ' τις καρέκλες
οι κώλοι σηκώνουν, με αφήνουν μοναχή
και έτσι μόνη, μες στην σκόνη
τραγουδώ κι αναπολώ
της επόμενης κωμωδίας
να περιμένω το κωμικό κοινό
για να γελάσουν , να διασκεδάσουν
εισιτήρια να αγοράσουν
να κλάψουν, να φωνάξουν
θεατές ολοκληρωμένοι
και σαν φύγουν ευτυχισμένοι,
χρόνια μετά, εγώ πεταμένη
γερασμένη, ραγισμένη, τσακισμένη
αγκαλιασμένη από τα χέρια των καιρών
θα καταλήξω σκονισμένη
ξεβαμμένη, κουρελιασμένη
στο κουτί μου πίσω κλεισμένη
με την ψυχή μου τον θεό να περιμένει
θα γελώ
σε κάποιον κάδο σκουπιδιών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου