Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

arxh

Την ώρα του χαμού
Του χαμού, που χάνονται όλα
Σαν να μην τα σκέφτηκε ποτέ ο νους
Σαν να μην τα αγάπησε ποτέ η καρδιά
Την ώρα που χάνονται όλα στους δρόμους
Στέκομαι εγώ

Εγώ.
Το πλήθος με χτυπά στα μάτια
Με σουβλίζει,
Αιματώματα οικογενειακά,
Κραυγή νούμερο εννέα:
Οικογενειακών υποθέσεων
Χτυπήματα πυγμάχου, επανωτά
Σαν τα χειρότερα λόγια
Σαν φρεσκοξυρισμένοι νέο-ναζι στην πλατεία
Και εγώ εκεί
Δέχομαι
Δεν αντιστέκομαι στο δώρο
Αφού δεν θα με φτάσετε, όσους κι αν έχετε δίπλα
Δεν έχω να χάσω σε σας τίποτα
Δεν αμύνομαι.

Ο θόρυβος των κτύπων,
Το αιώνιο ρολόι των βασανισμένων,
Της καμένης σάρκας
Της καμένης γης
Των καμένων παιδιών
Αντηχεί σαν το χτύπημα στην πόρτα
Του άδειου σπιτιού
Των αιώνων.
Σαν τον χρόνο
Το κεφάλι
Εμένα
Το τίποτα στα όλα, τα όλα στο τίποτα

Τιποτένιος
Ο πιο πλήρης
Εγώ

Κραυγάζω γεμάτος από τα πάντα
Ο παντοτινός που φεύγει

Στέκομαι στο σταυροδρόμι μου
Και πάω παντού
Επιλεγώ όλους τους δρόμους
Από εγωισμό
Από τον φόβο, τον φόβο
Σαν το χριστό επάνω στον σταυρό που έσπασε
Σε τέσσερα δόρατα και γέννησε εχθρούς
Και έγινε αγκάθι
Αγκάθι στο πλευρό του ανθρώπου
Λεπίδα κάτω από το νύχι

Που επέλεξε την ενοχή για την αθωότητα να είναι σαν
Το διδακτικό ύφος των ποιητών που δουλεύουν ως ποιητές
Και χαίρονται
Όχι εγώ

Εγώ είμαι το σταυρός, το προδομένο σώμα
Η επιλογή
Η ενοχή
Των πάντων και του τίποτα
Της βροχής,
Των σκυλιών,
Των ανθρώπων
Η σκουριά στις σκάλες της φυλακής,
Του σπιτιού μου
Η σκουριά στα μάτια του φύλακα

Η ζέστη του πρώτου αίματος
Η ενοχή

Όχι εγώ
Το αιώνιο βουνό της άρνησης
Που ζει όρθια και όρθια πεθαίνει
Και φωνάζει ΟΧΙ την κάθε στιγμή
Και σε σκοτώνει με τα γυμνά της χέρια
Η ενοχή
Η κεφαλή
Η βελόνα
Το καρφί
Οι χαρακιές, οι χαρακιές
Το τέλος, το τέλος, το τέλος.

Τέλος

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

toy kk

Του κούκου ε

Κάλιο πέντε και στο χέρι
Και ας μην το μάθει και κανείς
Παρά δέκα και καρτέρι
Να μας κυνηγάει η πολίς
Και άντε τώρα τρέχα να κρυφτείς

Καλύτερα αγωνιστής
Επιρρεπής, προετοιμασμένος
Παθιασμένος και ασφαλείς
Να μην πάει, ξέρεις , ο αγώνας χαμένος
Γιατί άντε τώρα τρέχα να κρυφτείς

Γιατί συντρόφοι, ελάτε, ας πούμε την αλήθεια
Η λευτεριά μας είναι εδώ
Η σκλαβιά, τα αφεντικά, είναι μονάχα παραμύθια
Αλυσίδες πάντως, δεν μπορώ να δω
Άλλα μας έλεγε ο Μάρξ

Αφού συντρόφοι έχουμε να φάμε
Και ρούχα τρύπια δε φοράμε
Και τους γειτόνους αγαπάμε
Και προίκα έχει η βαγγελιο
Λέω να την παντρευτώ

Πια ομιλία, πια συνεδρία, πια βιβλία
Βάλτε κοστούμι κι ετοιμαστείτε για χορό
Και μαζικά, πάμε, πάμε, ΠΑΜΕ, πορεία προς την εκκλησία
Αφού ‘χει προίκα, την βαγγελιω θα παντρευτώ
Και την αγάπη μάγκες θα την συνηθίσω

Δεν έχουμε ανάγκη όπλα
Δεν είναι πολέμου κι ανατροπής αυτοί καιροί
Ω συντρόφοι! δεύτε μάθετε κόλπα!
Φαί, ποτό, χορός, φαί
Μα μην το μάθεις και κανείς

Γιατί μπορεί και να μας παρεξηγήσουν
Να πουν πως δεν είμαστε πολιτικά ορθοί
Και στην κεφαλή μας, για μας, να μιλήσουν, ωχ!
Από το κόμμα αδέλφια δεν θέλω διαγραφή
Αφού τόσους ριζοσπάστες έχω πάρει

Βρε παιδιά, παιδιά είμαστε και ’μεις
Άσε με σήμερα να αράξω, την αφεντιά μου
Και αύριο στον αγώνα, στητός εκεί
πάλι θα είμαι, σημαίες να κουνάω, θα το δεις
και ας μην το μάθει και κανείς

γιατί την άρχουσα τάξη δεν αγαπάμε
κάτω οι πάνω και πάνω κανείς
(ή μπορεί μόνο εμείς; Δεν θυμάμαι, για να είμαι ειλικρινείς)
μα τα γκλόμπς και η ματιές των ρουφιάνων πονάνε
και άντε τώρα τρέχα να κρυφτείς
μα μην νομίζεις, δεν φοβάμαι
έχω βρει εγώ τον τρόπο, στον εχθρό να αντισταθώ
μην νομίζεις, θέλει κόπο
να απεργείς, να ενεργείς, να προκαλείς
να είσαι αυθαδής, να μην μασείς
και συγχρόνως να παίρνεις και μισθό

και αν θέλεις το μυστικό
του αγώνα μου αυτού
θα σου πω ένα σοφό ρητό
του απλού, λαϊκού, λαού

Κάλιο πέντε και στο χέρι
Και ας μην το μάθει και κανείς
Παρά δέκα και καρτέρι
Σαν αναρχικός, αφεντικός, οραματιστής
Γιατί
Άντε τώρα τρέχα να κρυφτείς

CHILD

ΠΑΙΔΙΚΟ

Σαν χτες ήταν θυμάμαι
Εκείνην την στιγμή
Που ήρθε να ζωντανέψω
Όταν με βγάλανε απ’ το κουτί

Με ξοσκονίσαν και ντύσαν
Και μου έδωσαν φωνή
Νέα τότε ήμουν θυμάμαι
Λαμπερή και γελαστή

Με ραντίσαν με αρώματα
Και καπέλο μου φορέσαν
Με τονίσανε με χρώματα κι ονόματα
Από τα άκρα μου με δέσαν

Και με βαλαν να χορεύω
Πάνω σε μία σκηνή
Μια μαζευόμουν, μια πεταγόμουν
Σαν τραβάγαν το σχοινί

Και διηγούμουν ιστορίες
για πολιτείες και εκστρατείες
για μάχες και διμοιρίες
για πριντσέσες που περιμέναν φιλί

για πρίγκιπες χιλιάδες
παλικαράδες, χοντροπετσάδες
με άλογο στιβαρό και
ολόχρυσο σπαθί

που σκοτώνανε τους δράκους
τους κουρελάδες ανθρωπάκους
που ‘χαν ραβδιά και γαϊδαράκους
αφού αυτοί ήταν οι κακοί

και σώζαν τα κορίτσια
δάκρυα, χαρές, φωνές, καπρίτσια
και τους πηγαίνανε σε σπίτια
και νοικοκυραίοι γερνάγανε μαζί

και σηκωνόμουν και υποκλινόμουν
και «μπράβο! Μπράβο!»
μου φωνάζανε πολλοί

μα σαν τα φώτα χαμηλώνουν
και όλα τελειώνουν και απ' τις καρέκλες
οι κώλοι σηκώνουν, με αφήνουν μοναχή

και έτσι μόνη, μες στην σκόνη
τραγουδώ κι αναπολώ
της επόμενης κωμωδίας
να περιμένω το κωμικό κοινό

για να γελάσουν , να διασκεδάσουν
εισιτήρια να αγοράσουν
να κλάψουν, να  φωνάξουν
θεατές ολοκληρωμένοι

και σαν φύγουν ευτυχισμένοι,
χρόνια μετά, εγώ πεταμένη
γερασμένη, ραγισμένη, τσακισμένη
αγκαλιασμένη από τα χέρια των καιρών

θα καταλήξω σκονισμένη
ξεβαμμένη, κουρελιασμένη
στο κουτί μου πίσω κλεισμένη
με την ψυχή μου τον θεό να περιμένει

θα γελώ
σε κάποιον κάδο σκουπιδιών.

ervtic

ΕΡΩΤΙΚΟ 001

Τι κι αν σε 'ψαχνα
Μα δεν υπάρχεις πουθενά
Τα μάτια σου
Παράθυρα κλειστά
Ή δρόμοι που
Αδειάσαν

Τα μάτια σου περιστέρι,
Στην πλατεία, δεν θα
Αγαπήσουνε ξανά
Τα όνειρά σου οι εφιάλτες σου
Ξεχάσαν

Όλα κάπως θολά
Στις πέντε η ώρα τα χαράματα
Τα παραμύθια ξερνάνε και κουρνιάζουν στις γωνίες
Σιωπηλά ενώ
Κοιμάσαι

Τα μάτια σου περιστέρι,
Δεν θα αγαπήσουνε ξανά
Άλλη μια νότα η ζωή σου
Σαν κουμπί μες στον κουμπαρά
Φτηνή απάτη



Και εγώ δεν έχω πολλά
Για να σου πω
Κάθε απόπειρα πεθαίνει σαν
Κάποιο ποίημα ερωτικό και συ
Δεν κάνεις κάτι

Δεν θα σε ψάξω γιατί
Αν τύχει και σε βρω
Φοβάμαι μην φοβηθώ, στα περβάζια σου
Να ξεραίνεται το αδιάφορο σου δάκρυ
Βραδιάζει, πρέπει να φύγω, να βιαστώ

Τα παραμύθια, βλέπεις, εάν είναι έγκαιρα
Και δεν έχουν δυο ψιλά
Μικρή μου
Τα κάνουνε στην άκρη.

PERIORISMO

Περιορισμοί

Η χρόνια και πολυπόθητη ιδέα της επανάστασης,
περιορίστηκε σε αθώα άλφα σε κύκλο,
παιδικά συνθήματα χαραγμένα στις πλάτες των
σχολικών καθισμάτων , ανορθόγραφα
 συνθήματα στους τοίχους, ματωμένες μύτες,
διαδικτυακούς καβγάδες και
αναποτελεσματικές διαδηλώσεις.


Οι πραγματικοί επαναστάτες που ποτέ
δεν έλεγαν αντίο ,  ποθούσαν να ζήσουν
πραγματικά και είχαν κάνει
τον πόθο τους αυτόν στόχο, περιορίστηκαν 
μέσα στους ίδιους τους φόβους τους και
δεν γευτήκαν ούτε μια σταλιά ζωή
κλεισμένοι στην ιδεολογική φυλακή τους.


Η αγάπη έγινε ηδονή και
δυστυχώς ξέχασε την πραγματική έννοια της ίδιας
της ύπαρξης της και περιορίστηκε
και αυτή σε αυτήν της την κατάσταση.


Οι ποιητές περιορίστηκαν στην επιφανείς
φωτεινότητα του χαρακτηρισμού που τους αποδόθηκε,
κατάντησαν ανούσια φερέφωνα των 
τάσεων  της εποχής τους και
οι λέξεις του έμειναν μονάχα λέξεις.
Ούτε μια εικόνα.


Η ζωή περιορίστηκε σε κοινωνικές τάξεις
και στον αγώνα για την μετάβαση στην υψηλότερη από όλες .


Και η έμπνευση μου, που δεν βρήκε και σήμερα
κάτι έξυπνο να πει,
περιορίστηκε
σε αυτούς τους
έξι
στίχους.

rters

Παγιδευμένος,
κλεισμένος σε κελί ιδεολογικό
                          κοινωνικά αποκλεισμένος
κοιτώ τα χρόνια να περνούν,
περαστικούς να κοιτούν,
να μιλούν χωρίς να σκεφτούν,
χωρίς να προσπαθούν πιο κοντά να ‘ρθουν
για να νιώσουν την θλίψη

δεν ακουμπάνε την θλίψη

τα δάχτυλα τους, πόσο μάλλον η αγκαλιά τους
ή τα μυαλά τους
φοβούνται να μην καούν απ’ την θλίψη
ιδέες γεννημένες, στιγματισμένες
με μαία την σήψη
δωμάτια γεμάτα με σκίτσα και ανία
ανούσιο-λογεια και αναισθησία
περιμένοντας την ανθρώπινη ρίψη
κρυμμένοι πίσω από τα κλισέ μας προσωπεία
κάποιος από εμάς είναι το πρόβλημα όμορφοι
αλλά ποιος από τους δέκα
ποιος από τους είκοσι
ποιος από του τριάντα
κάποιος από εμάς κάνει τις χαρακιές
κάποιος από εμάς είναι οι χαρακιές

δύσκολοι στόχοι,
εγκέφαλοι συνηθισμένοι στην βία
γυρνάμε σα τα αδέσποτα σκυλιά,
παιδιά εσώκλειστα, πόρτες με χαμένα,
καλά κρυμμένα κλειδιά
λερώνουμε την κάθε σας άσπρη γωνία
με μαύρη μπογιά
που κάθε "υγιέστατος άνθρωπος" θα την αποδώσει σε ψυχολογικά 
πως τολμάς

είμαστε η αγωνία