Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Από μικρό παιδί σε ενοχλεί
Όπου πας, σε ακολουθεί
Παρέα ενοχλητική, μια στιγμή
Ήσυχο δεν σ’ αφήνει

Κάθε φορά που σου χαμογελά η τύχη
Και την καλή πας και συ να πιάσεις
Είναι εκεί και σε ενοχλεί και
Δεν σ’ αφήνει να ησυχάσεις

Και σε πονά και σε ματώνει
Σε γδύνει, σε σβήνει
Λίγο, λίγο σε σκοτώνει και
Ήσυχο δεν σ’ αφήνει

Και συ αναρωτιέσαι συνέχεια το γιατί
Πως κάθε φορά μπορεί και είναι εκεί
Όταν την γλύκα πας να δοκιμάσεις και
Δεν σ’ αφήνει να ησυχάσεις

Πως κάθε φορά που ομαλά
Η ζωή σου πάει να κυλίσει
Όταν πια σε πήραν σοβαρά
Και ανωτέρους έχεις πείσει

Πως κάθε φορά που επιτέλους
Την έγνοια των άλφα έχεις κερδίσει
Είναι εκεί και σε ενοχλεί, σε ωθεί να χάσεις
Εμπόδιο στην προαγωγή, στην ποθητή ζωή
Δεν σ’ αφήνει να τους χαμογελάσεις

Είναι εκεί και μες το σπίτι
Την όμορφη γυναίκα που βρήκες ασχημαίνει
Και την κυριακάτικη στολή που πήρες ακριβή
Την κάνει να σου φαίνεται φθαρμένη

Θυμώνεις και ψάχνεις ένοχο να βρεις
Μια  τον Σατανά, μια το Χρίστο κατηγορείς
Μα, σιωπή, κανείς δεν παίρνει την ευθύνη
Κι αυτό εκεί, ήσυχο δεν σ’ αφήνει

Λες να είναι μαγικά;
Μάτι κακό;  Κατάρα; Γκαντεμιά;
Σίγουρα κάποιος σε φθονεί θανάσιμα
Και κάθε φορά που πας να ανέβεις

Σου βάζει, με πάθος, τρικλοποδιά

Ναι, σίγουρα εχθρός θα στο ‘χει στείλει
Πριν μπεις για τα καλά και συ στα αφεντικά
Να σε πονά, να σε τσιμπά και
Ήσυχο να μην σ’ αφήνει

Μα δεν είναι έχθρα η αιτία
Ούτε μαγεία, ούτε κακία
Είν’ η θρησκεία και η δουλεία
Είν’ η δουλειά και η εκκλησία

Είν’ η γραβάτα και η γραμματεία
Η υποκρισία και η απληστία
Είναι τα ακριβά προικιά και τα ραφεία
Είναι η ζωή σου που μοιάζει κηδεία

Είναι η εξουσία

Και είναι κι αυτή
Η βρωμιάρα, η συνείδησή σου, που
Κάθε φορά σαν σε βλέπει να σκύβεις υποτακτικά
Φροντίζει να σου θυμίζει την τιμή
Της ύποταγής σου

Είναι αυτή που κάθε στιγμή
Σε πονά, σε ενοχλεί
Είναι το όνειρο, ειν’ το παιδί
Είναι αυτή που

Κάθε φορά που θα κυλιέσαι γι’ αυτούς
Θα σε χτύπα, θα σε πληγώνει
Θα σε ματώνει, θα σε σκοτώνει
Θα σου φωνάζει  -τα’ αξίζεις, θυμήσου!

Θα είναι εκεί, για πάντα εκεί
Θα είναι αυτή, για πάντα αυτή
Το καρφί, το αιώνιο καρφί
Το καρφί
Το καρφί

Το καρφί σου.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

o geitonas

Φεύγει νωρίς και έρχεται βράδυ
Κοιτάει τηλεόραση, όσο διαρκεί το δείπνο τουλάχιστον
Και λίγο ακόμα
Ζει ήσυχα, δεν δίνει αφορμές
Δεν μιλά πολύ στο τηλέφωνο
Αγαπά την μητέρα του ˙ μα δεν θέλει
Να μπει σε λεπτομέρειες, θυμάται τις ξυλιές
Μπορεί απλά να τις φαντάζεται
Είναι κι αυτό μια λύση

Έχει δουλειά
Έχει δουλειά έξω απ’ το σπίτι
Και μέσα στο σπίτι
Πολύ δουλειά
Έχει κι αμάξι
Και καλημέρες απ΄ τους δίπλα
Πίνει καφέ στο μπαλκόνι
Γιατί έχει και μπαλκόνι
Και διώχνει τα περιστέρια
Αγαπά τα χελιδόνια μα
Συνήθως το ξεχνά αυτό
Και σπάει τις φωλιές έξω απ’ το παράθυρό του
Γιατί έχει ωραία παράθυρα

Δεν του αρέσει η πόλη
Είναι από νησί
Δεν το ξεχνά, κρατά τις ρίζες
Γιατί έχει ρίζες
Σωστός
Σωστότατος
Πάει εκεί το καλοκαίρι
Στην μητέρα του
Και τις δείχνει την γραβάτα
Και καπνίζει τα τσιγάρα
Που δεν καπνίζει ποτέ σαν είναι σπίτι
Και της μιλά για τα’ αυτόκινητό του
Και για τα περιστέρια
Και για τα χελιδόνια
Και για την πόλη του
,γιατί έχει και πόλη,
Που - όπως λέει -  τόσο τον ελκύει

Έχει πλάκα μα, δεν γελά ποτέ του
Κοροϊδεύει μόνο που και που
Συχνά, άθελα του, τον ίδιο του τον εαυτό

Μα μην του το πεις, ας τον να γελάει
Αν δεν έκανε κι αυτό
Θα τον νόμιζα για πτώμα
(που ξυπνά απλά κάθε μέρα στις επτά
Για να πάει να βγάλει το μεροκάματο με τρένο)
Και θα τον βάραγα με την μυγοσκοτώστρα
Και θα ‘χαμε τραβήγματα

για το σπιτι μου

Το σπίτι μου το κλείσανε
Το σπίτι μου το φοβούνται
Δεν τους αρέσει γιατί μένω εγώ εκεί
Και μένω μαζί με άλλους σαν εμένα
Και άλλους όχι σαν εμένα
Γιατί είμαστε πολλοί εκεί
Και όμως δεν έχω ούτε έναν γείτονα εκεί
Κάνεις δεν λέει το καλημέρα ψυχρά εκεί
Εκεί λένε
–    ει, τι λέει;

Το σπίτι μου το κλείσανε
Ήρθαν μια νύχτα και με κλείσανε
Μακριά από το σπίτι μου
Με σφράγισαν με σύρμα και σκληρό τζάμι, σαν
Να πάγωσαν τα δάκρυα απ’ τα μάτια του
Σπιτιού μου
Του δώσαν όνομα του σπιτιού μου
Τους ενοχλούσε που δεν είχε πριν
Παρά μόνο ένα όραμα και μια διεύθυνση ˙ τώρα
Του δώσαν χώρα του σπιτιού μου
Και θρησκεία
Κατέβασαν την ζωγραφιά που είχα κάνει
Τα όνειρά μου και
Του δώσανε σημαία του σπιτιού μου
Μια ωραία-γαλανόλευκη-σημαια
Τι ωραία

Το σπίτι μου τώρα είναι χώρος ομορφιάς
Πριν καταφύγιο έβρισκε μέσα του
Όλου του κόσμου η «ασχήμια»
Στο σπίτι μου πλέον δεν παίζει μουσική
Μόνο γκρίζες και άσπρες φωνές
Σιγοψιθυρίζουν κοινοτυπίες
Το σπίτι μου πλέον έχει τοίχους, εκεί που
Πριν είχε παράθυρα
Και φράχτη εκεί που πριν
Είχε προστασία απ’ τους εχθρούς μας
Το σπίτι μου τώρα πια είναι
Ένα σπίτι

Το σπίτι μου δεν το ξέχασα
Το σπίτι μου δεν μου το πήρανε ποτέ τους
Μόνο νόμιζαν
Δεν με ξεσπίτωσαν ποτέ
Εξάλλου οι ξένοι σπίτι δεν έχουν
Και εμείς είμαστε μόνον ξένοι

Το σπίτι μου το έκαψα για να
Μην το κάνουν στάχτη, κάνοντας το απλά
Ένα σπίτι
Δεν με ξεσπίτωσαν
Μόνο μου δώσαν όνομα
Για να έχουν να λένε ένα όνομα στα κυνηγόσκυλα τους
Άνομοι.
Μα εδώ
Είμαστε ακόμα.

ποιος?

Δεν φταις εσύ, κανείς δεν φταίει
Αυτή έπεσε
Αυτή θα φταίει
Δεν φταίνε οι από δίπλα
Είναι απλά οι από δίπλα
Ούτε και οι από πίσω φταίνε
Δεν φταις εσύ, κανείς δεν φταίει
Και αν έφταιξες ήταν
Για μόνο μια φορά για
Μόνο μια στιγμή
Άρα δεν ήταν καθόλου
Μη το αναφέρεις ξανά και
Δεν θα φταις ούτε συ, ούτε 'γω
Καθόλου
Αυτή έπεσε
Ας την σηκώσει κάποιος που φταίει
Ποιος φταίει; Κανείς
Πάντως όχι εσύ
Ούτε και εγώ
Κανείς δεν φταίει γιατί
Όλοι μας φταίμε
Γι’ αυτό ας το παρακάμψουμε
Ευγενικά
Καλή σας μέρα κύριοι Α, Β και Γ

Και σε εσάς κύριε Δ φυσικά

ερωτικο 002

Πόσο όμορφο είναι το πρόσωπό σου
Χωρίς πούδρα και λοιπά σκεπάσματα
Χωρίς πούδρα είναι κόκκινο απ’ το αίμα, κόκκινο σαν το αίμα
Είναι ζωή, έτοιμο να βγει και να νικήσει
Έτοιμο σαν το λουλούδι να χτυπήσει
Κατακόκκινα το πρόσωπο του εχθρού και να
Το ματώσει με την ομορφιά του

Κι αν σε χτυπήσουν, το ξέρω
Πως θα το κάνουν, υπάρχουν
Πολλοί και πολλά που θέλουν να σε χτυπήσουν
Με ψαλίδια να σε κόψουν, με κορδέλες να σε δέσουν
Το όμορφο πρόσωπό σου να παντρέψουν
Για να το κρύψουν μονάχα
Το όμορφο πρόσωπό σου
Μην φοβηθείς την σακούλα στο πρόσωπό σου
Μην φοβηθείς το πλαστικό στα χέρια, το
Λεωφορείο με τα κάγκελα επάνω στον ματωμένο δρόμο
Μην φοβηθείς το ξύλο, τους λοστούς της αρετής τους
Τα αιματώματα πάνω στο πρόσωπό σου θα
Το κάνουν απλά
Πιο κόκκινο απ’ ότι είναι τώρα
Και αυτό το κόκκινο σαν σμίξει με την μαύρη νύχτα
Κάποια μέρα θα τους πνίξει.

Το πρόσωπό σου να φοβάσαι
Μην το καταντήσεις άχρωμο.
Σαν τα ψαλίδια και τις κορδέλες και τους γάμους.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

free

 scars pass cars
and cigars a
nd cats and acts
and facts
and taxi cabs

got no abs but
got brains
got no guns
but got a plan
and the right targets

smelling dreams that
smell like that summer
nostalgic nights 
full of fires and
gunshots
and classic music
and sick people
with sickened dogs

We are the enemy
they hid the bullets from
 the good old days for
our heads
so there is nothin
more to say about it

They got the sticks
so run for it.  



lullaby song

The night’s dark and the sheets
Are warm and comfy
But can you sleep with so many
Dead bodies stuffed beneath your bed
This is a lullaby with no hidden messages
No riddles
Just trying to set your arrogance to sleep at last
And if lucky maybe strangle it with the pillows
Don’t know if I can make it till there though
You see lullabies are fairytales and stories
About pretty thin ladies
And handsome white men
And stinky ugly dump followers and dead bad black dragons
And all I can remember are facts and pale faces
And Christian propaganda
I probably could have called this lullaby history but
There are winners and there are losers
And there are innocents
And history got no innocents
History only counts the dead
And to be honest compared to truth
History sucks at arithmetic’s so I
Just go on singing shit on a friendly tune

So sleep little baby sleep
The night is dark and the sheets are comfy
Goodnight sleep tight
Wish you never wake up again 

So goodnight capitalism goodnight white pride
So goodnight arrogance
Goodnight pacifism
Goodnight economy
Goodnight religion
Goodnight classes
Goodnight coca cola Nike Puma and Addidas
Goodnight KKK and Kommunists
Goodnight Hitler, Mao and Stalin
Wish you choke on your saliva and never wake up again
To see another day or
To hear another lullaby

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

blooD

Slowly blood sheds
Deep-red colored tips drip
And drop like
Tears from my eyes
Regardless how tightly closed
I had my eyes kept
Never could have imagined
Those slow and low temp melodies
Can be so sharp-edged
Now I can feel their sharpness
Showing off against my own flesh

So composers I beg you
Please try and cut in the right way
Please cut deep
Deep
Deep down to the depth
Where my hearts and soul lay 
There where I hid the things
I need the most
Like score eaten photographs of loved
Ones hidden beneath tear-soaked pillows
In abandoned foster homes

There where I hid all the things
I dreamed about when
Trying to break the wall
There where I burned all this things
I had dreamed about when
I found out than there is
A wall in all of every one of us
There where I made poems
Out of their ashes
And read them out loud
Even though there weren’t anyone around
There where I learned them all by heart
So as not to forget that I have a heart
So as not to forget how to use it

Cut deep notes, go all the way in
And make music
Out of the pain
Leave your marks
Cuz even if pain will go away
And fade someday
Scars will remain
And I remain the same trying to maintain
My words between
Sense and no sense at all

I bleed for the bleeding ones
That chose to bleed and
I plead for the ones that
Never wanted to bleed for anything
That couldn't bleed
Not even once
I plead for the heartless

But I am a cynic too
So I can't let this poem to touch
The politically-correct romantics
So I end this by saying
That I want
To pee